Image Image Image Image Image Image Image Image Image Image
Scroll to top

Top

No Comments

Ευτυχία Μητρίτσα: “Μακάρι ο χαλαρός και αυθόρμητος εαυτός μας να μας συνόδευε περισσότερες ώρες τη μέρα.”

Ευτυχία Μητρίτσα: “Μακάρι ο χαλαρός και αυθόρμητος εαυτός μας να μας συνόδευε περισσότερες ώρες τη μέρα.”

Η Ευτυχία ξεκίνησε σαν μουσικός και τραγουδίστρια, εξελίχθηκε σε τραγουδοποιό, ενώ παράλληλα διδάσκει πιάνο και μουσική. Το βασικό της γνώρισμα ωστόσο είναι ότι φτιάχνει κι ερμηνεύει τραγούδια όμορφα. Κι ότι ακολουθεί τους δρόμους της μουσικής τέχνης με συνέπεια, συνέχεια και ήθος. Φωνή καθαρή και λαϊκή, άνθρωπος ειλικρινής, ζεστός κι ενδιαφέρον. Ήρθε στο στούντιο ακροάσεων του Tech Matrix και ανατριχιάσαμε παρέα ακούγοντας τον νέο της δίσκο. Σήμερα το βράδυ παρουσιάζει το «Σωσίβιο» στον Πειραιά παρέα με τον συνθέτη του δίσκου, Κώστα Μπουντούρη, ενώ από τις 2/4 θα εμφανίζεται στο πλάι του Μανώλη Λιδάκη σε μεγάλα λαϊκά τραγούδια.

Η πρώτος σου δίσκος «Μυστικός Προορισμός» κυκλοφόρησε το 2010 σε δικούς σου στίχους και μουσική. Ένας εντελώς προσωπικός δίσκος πριν πέντε χρόνια κι ένας πιο πολυσυλλεκτικός τώρα, το «Σωσίβιο», πάντα με τον Γιώργο Ανδρέου στο πηδάλιο. Πώς προέκυψαν;
Ο “Μυστικός Προορισμός” προέκυψε από την ανάγκη μου να ταυτιστώ με ένα μουσικό υλικό πρωτότυπο, καινούριο. Ήταν η πρώτη φορά που μπήκα στη διαδικασία να γράψω τραγούδια – στίχο και μουσική. Μου βγήκε σχεδόν αβίαστα, παρόλο που μέσα μου, τουλάχιστον μέχρι τότε, αισθανόμουν και τοποθετούμουν αποκλειστικά ως τραγουδίστρια και μουσικός. Συνέπεσε με τη συμμετοχή μου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου έκανα την πρώτη μου επίσημη ηχογράφηση με το “Λίγο πριν ξημερώσει”. Τότε άρχισα να σκέφτομαι πιο σοβαρά να βρω δικά μου τραγούδια. Μετά το Φεστιβάλ ακολούθησε η περιοδεία του “Μυστήριου Τραίνου” που κάναμε με τον Χρήστο Θηβαίο και τον Γιώργο Ανδρέου. Η εμπειρία αυτή ήταν σαν να ξεκλείδωσε ένα δημιουργικό κομμάτι μέσα μου, που ούτε κι εγώ ήξερα πως υπήρχε. Εκ των υστέρων σκέφτομαι πως σαν μουσικός, ακούγοντας ένα τραγούδι, μπορούσα να το “αποδομήσω”, να διακρίνω και να αναλύσω τα μουσικά του υλικά, που σαν διαδικασία είναι αντίθετη αυτής της “σύνθεσης”. Έδειξα, λοιπόν, τα πρώτα μου τραγούδια τότε στον Γιώργο Ανδρέου, ο οποίος με ενθάρρυνε και κατά κάποιο τρόπο με έπεισε ότι ήμουν πολύ πιο έτοιμη σαν τραγουδοποιός απ’ όσο νόμιζα.
 
Και η παραγωγή του νέου σου δίσκου;
Για το «Σωσίβιο» δουλέψαμε πολύ με τον Κώστα (Μπουντούρη), αρχικά, στο στούντιο που έχει σπίτι του. Ένα κομμάτι δηλαδή της προπαραγωγής έγινε από εμάς, «οικόσιτα». Στη συνέχεια μας βοήθησε πολύ ο Γιώργος Ανδρέου, που πέρα από την εμπειρία, τη γνώση και την αισθητική που φέρει ως καλλιτέχνης ο ίδιος, έχει και ένα φοβερό στούντιο. Εκεί γράψαμε κάποια εξτρά όργανα, όλες τις φωνές και κάναμε τις μίξεις. Ένα μεγάλο δώρο ήταν και η άνεση που μας προσέφερε ο Γιώργος να μην σκεφτόμαστε το χρόνο πιεστικά για την ολοκλήρωση του album, αλλά εποικοδομητικά. Έχει μεγάλη σημασία να μπορείς να επανέρχεσαι με καθαρό αυτί στις ηχογραφήσεις, να αλλάζεις, να δοκιμάζεις και να πειραματίζεσαι χωρίς να αγχώνεσαι για το πόσες ώρες θα γράψει το ρολόι ή αν περιμένει ο επόμενος να μπει στο στούντιο. Ήταν όνειρο και του Κώστα να συνεργαστεί παραγωγικά με τον Γιώργο Ανδρέου στην πρώτη του δισκογραφική δουλειά, γιατί σαν παραγωγός, συνθέτης, ηχολήπτης και μουσικός διαθέτει τεράστιο “know how”, απ᾽ όποια πλευρά κι αν το δεις.
 
Θεωρείς ότι πρέπει να υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος για να γίνει ένας δίσκος;
Aυτή τη δουλειά τη βλέπω σοβαρά, γιατί είναι ένας πολύ προσωπικός τρόπος έκφρασης και έκθεσης. Κάθε καινούρια δουλειά είναι ένα στοίχημα να ανακαλύψω και να αποκαλύψω κάτι καινούριο και πιο βαθύ από τον εαυτό μου. Αυτό με κάνει να “σοβαρολογώ”. Φυσικά δεν εννοώ ότι κάνω “σοβαρό” τραγούδι, αλλά απλώς ότι αντιμετωπίζω αυτό που κάνω με σοβαρότητα. Μάλλον είμαι έτσι και σαν χαρακτήρας – βλέπω λίγο …σοβαρά τα πράγματα. Ακούγεται κάπως βαρύγδουπο, αλλά ακόμα κι έτσι περνάω καλά μέσα σ’αυτό, με τις όποιες δυσκολίες ή αντιξοότητες. Σοβαρός λόγος ας πούμε για να γίνει ένα δίσκος είναι μια ενδιαφέρουσα συνεργασία. Μ’ αρέσουν οι συνεργασίες γιατί βλέπω τη μουσική σαν ένα ομαδικό παιχνίδι, σαν ένα γήπεδο με πολλούς παίκτες. Το χάρηκα πάρα πολύ αυτό στη προκειμένη περίπτωση με τον Κώστα. Ήρθαμε πολύ κοντά, είχαμε την άνεση να λέμε καθαρά τη γνώμη μας ο ένας στον άλλο, να κάνουμε παρατηρήσεις, να δουλέψουμε σε βάθος χωρίς να έχουμε ενδοιασμούς ή κόμπλεξ, ακόμα και να διαφωνούμε έντονα…

DSC_3560
 
Με τον Κώστα Μπουντούρη πώς συνεργαστήκατε;
Όταν εκδόθηκε το πρώτο μου άλμπουμ, με είχε πάρει τηλέφωνο για να μου κάνει κριτική (γέλια). Ο ίδιος είχε γνωρίσει και τον Γιώργο Ανδρέου πολύ νωρίτερα, στη βράβευσή του σε διαγωνισμό καινούργιων τραγουδοποιών. Κάπως έτσι ήρθαμε σε επαφή, του άρεσαν τα κομμάτια μου, βρήκαμε αρκετές κοινές αναφορές και επιρροές. Του αρέσουν κι εκείνου τα λαϊκά, ως γνήσιος Τρικαλινός με τόση παράδοση που έχει αυτό το μέρος -Τσιτσάνη, Καλδάρα κ.λ.π.- κι έχει κι εκείνος αρκετά βιώματα από το παραδοσιακό τραγούδι, καθώς κατάγεται από ένα ορεινό χωριό. Αρχικά μάλιστα εγώ τον βοηθούσα στα demos των τραγουδιών του, γιατί έψαχνε άλλη τραγουδίστρια. Θεωρούσε πως εγώ θα ήθελα να τραγουδώ μόνο τα δικά μου τραγούδια, αφού με γνώρισε ως τραγουδοποιό. Σιγά σιγά όμως φάνηκε πως δε θα μπορούσαμε παρά να το κάνουμε παρέα. Υπήρχαν δυο -τρία τραγούδια του Κώστα, από τα πρώτα που άκουσα, που είπα :“Aυτά θέλω να τα πω εγώ. Τελεία και παύλα”.
 
Το κομμάτι «Σωσίβιο» γράφτηκε το 2009;
Ναι! Ο Κώστας ήταν ακόμα στο Manchester για σπουδές, όταν ο Πόλυς (Κυριάκου) του έστειλε το στίχο από τη Νέα Υόρκη κι έγινε αυτή η “υπερατλαντική” σύμπραξη στο “Σωσίβιο”! Εγώ εντωμεταξύ ήμουν ήδη φίλη με τον Πόλυ από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο Κώστας ήξερε τον Γιώργο (Ανδρέου) από εκείνο το διαγωνισμό και κάπως έτσι το ένα έφερε το άλλο!
 
Όταν αποφάσισες να ασχοληθείς επαγγελματικά, πώς το έφερε η συγκυρία και γνώρισες τον Γιώργο Ανδρέου;
Τον Ανδρέου τον γνώρισα καλύτερα μετά το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όταν ξεκινήσαμε να συνεργαζόμαστε στα live που κάναμε μαζί και με το Χρήστο Θηβαίο. Ήξερα φυσικά τα τραγούδια του και τη διαδρομή του και ήταν από τους ανθρώπους που θαύμαζα πολύ στο χώρο. Μάλιστα του είχα στείλει ένα demo με τέσσερα τραγούδια για να με ακούσει και έτσι ξεκινήσαμε να δουλεύουμε και να ψάχνουμε πάνω στο ρεπερτόριο που μπορώ να πω και μου ταιριάζει.
 
Επομένως η ώθηση για να μπεις επαγγελματικά στο χώρο της μουσικής δόθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης;
Ήρθα στα 18 μου στην Αθήνα για να σπουδάσω Μουσικολογία. Ο πρώτος που γνώρισα επαγγελματικά ήταν ο Νίκος Μαμαγκάκης. Είχαμε κάνει ένα συγκρότημα στη σχολή που παίζαμε σμυρναίικο ρεμπέτικο βασιζόμενοι στις αυθεντικές εκτελέσεις και οι πρώτες μου εμφανίσεις ήταν στο Κατράκειο, στο Ηρώδειο. Αμέσως μετά συμμετείχα σε μια μεγάλη συναυλία με τραγούδια του Μαμαγκάκη στο Μέγαρο Μουσικής. Ο Μαμαγκάκης υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο για μένα! Πήγαινα καθημερινά σπίτι του, ηχογραφούσαμε και κάναμε πολλή δουλειά τότε. Αργότερα με πήραν στο Μουσικό Σχολείο Καβάλας και αναγκαστικά έκανα ένα διάλειμμα τριών χρόνων εκτός Αθήνας. Αρχικά πέρασα ένα μεγάλο σοκ, δεν ήξερα πού πάω και τι κάνω μόνη μου, χωρίς τους φίλους μου, σε μια ξένη πόλη (γέλια). Όταν το 2005 κατάφερα να έρθω πίσω στην Αθήνα, ήρθε και η συμμετοχή μου στο Φεστιβάλ (2006), η περιοδεία που ακολούθησε (2006-2007) κλπ. Ουσιαστικά τότε επέστρεψα ξανά στη βάση μου και άρχισα να δουλεύω επαγγελματικά και να ψάχνω τι θέλω να κάνω σε σχέση με το τραγούδι.
 
Σε κέρδισε δηλαδή η Αθήνα;
Δυστυχώς δε μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα στην επαρχία. Για να το καταφέρεις πρέπει να έχεις κάνει μια σημαντική διαδρομή, έτσι ώστε να έχεις την ευχέρεια να επιστρέφεις στην Αθήνα, να κάνεις τα live σου και να γυρίζεις πάλι πίσω. Ακόμα κι αυτό προϋποθέτει να έχεις τους δικούς σου μουσικούς, που σε ακολουθούν παντού και σου αφιερώνουν χρόνο για πρόβες και εμφανίσεις. Και στη Θεσσαλονίκη γίνονται πράγματα, αλλά όλοι τελικά όταν θέλουν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα, κατεβαίνουν στην Αθήνα. Μακάρι να υπήρχε η δυνατότητα να γίνονται τα πράγματα με έναν τρόπο πιο αποκεντρωμένο, όπως συμβαίνει ας πούμε στην Αγγλία. Αν κι εκεί, όπως μου λέει ο Κώστας, παρόλο που το Manchester για παράδειγμα έχει μια μεγάλη μουσική σκηνή και μακρά παράδοση, πάλι βλέπεις ότι δε γίνεται να μην περάσουν από το Λονδίνο.

DSC_3573

Λένε πάντως ότι οι καλλιτέχνες έχουν μια αδυναμία στη βόρειο Ελλάδα. Υπάρχει η αίσθηση ότι το κοινό είναι πιο θερμό εκεί ή στο κοινό της Αθήνας λείπει το κοινό αίσθημα;
Έχεις δίκιο! Νομίζω ότι έχει κάτι πιο άδολο και πιο αγνό ο κόσμος της επαρχίας κι επειδή δεν έχουν αυτονόητα πρόσβαση σε ότι συμβαίνει καλλιτεχνικά, όταν κάποιος τον επισκέπτεται στην πόλη του, θέλει να τον τιμήσει. Εδώ νομίζω ότι το κοινό είναι κατακερματισμένο. Μία βασική διαφορά, για παράδειγμα, σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες είναι ότι δεν υπάρχει η ίδια μαζικότητα στο τραγούδι. Δηλαδή, μπορεί να συμβαίνει ένα τεράστιο και πολύ επιτυχημένο event στο χώρο π.χ. της ηλεκτρονικής μουσικής, της jazz, του swing, της αγγλόφωνης ποπ, του έντεχνου κ.λ.π., αλλά αυτό για μια άλλη τεράστια μερίδα του κόσμου να περνάει εντελώς απαρατήρητο. Είναι τόσα πολλά τα ρεύματα και η μουσική πληροφορία λόγω διαδικτύου που πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι παλιότερα ένας καλλιτέχνης ή ένα τραγούδι σπάει το φράγμα του “ψαγμένου” κοινού του και γίνεται “πανελλήνιος/α”.
 
Μπορεί αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι κάποια περίοδο υπήρχε μεγάλη παραγωγή δίσκων, η οποία μειώθηκε από το 2008;
Παλιότερα υπήρχε αυτό που λέμε «μουσική βιομηχανία» και για το πληθυσμιακό μέγεθος της χώρας μας αυτό που συνέβαινε με το τραγούδι και τις πωλήσεις στην Ελλάδα, ήταν φαινόμενο προς μελέτη! Γι’ αυτό βέβαια έχουμε πολύ καλές υποδομές, φοβερά studios! Ας πούμε, ερχόταν η Fairuz και ηχογραφούσε εδώ! Ο εξοπλισμός που υπήρχε π.χ. στο Sierra και όχι μόνο, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από πολύ μεγάλα studios του εξωτερικού. Όταν υπάρχει χρήμα και η όλη η αλυσίδα δουλεύει, εκτός από τους “ μεγάλους” ωφελούνται και οι “μικροί”. Υπήρχε χώρος για όλους. Στέγη, χρηματοδότηση, διαφήμιση, σκηνές και φυσικά κοινό για όλους. Η μουσική διατηρούσε την αίγλη του παρελθόντος και την υπεραξία του καλλιτεχνικού προϊόντος. Σήμερα οι ταχύτητες, η ευκολία του streaming και η οικονομική κρίση έχουν αλλάξει εντελώς τη σχέση μας με τη μουσική και από την πλευρά του ακροατή και από την πλευρά του δημιουργού. Μένει να δούμε πού θα οδηγηθούν τα πράγματα. Προς το παρόν ζούμε μια μεταβατική κατάσταση.
 
Γιατί δεν υπάρχει σήμερα παραγωγή κοινωνικού τραγουδιού σήμερα που μπορεί να ενώσει τα πλήθη, όπως έκανε κάποτε;
Έχει να κάνει πάρα πολύ με την ιστορική συγκυρία και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν μπορώ να δω τον Θεοδωράκη έξω από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζει και δημιουργεί τα μεγάλα του έργα. Δεν είναι τυχαίος ο όρος “λαϊκό” για το τραγούδι που αγαπήθηκε και τραγουδήθηκε από την μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου. Σήμερα υπάρχει μια δυσκολία στη χρήση του όρου “λαϊκό τραγούδι” και όταν γίνεται συνήθως πάει το μυαλό σε κάτι παλιό. Δε σημαίνει ότι δε μπορεί να γεννηθεί κοινωνικό – πολιτικό τραγούδι στις μέρες μας. Αντιθέτως υπάρχουν τέτοια δείγματα και καθώς περνάει ο καιρός πιστεύω πως θα γεννηθούν ακόμα πιο τολμηρά τραγούδια, “παιδιά” της κοινωνικής πραγματικότητας που υπαγορεύει η κρίση. Το “Σωσίβιο” ας πούμε θεωρώ ότι είναι τέτοιο τραγούδι. Αυτό που απουσιάζει όπως είπα και πριν είναι η μαζικότητα γιατί πια ο λαός δεν είναι ένας. Δεν έχουμε πια σαν κοινωνία τα ίδια χαρακτηριστικά μεταξύ μας. Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία είναι κατακερματισμένη. Υπάρχει μεγαλύτερη εξατομίκευση και απομόνωση λόγω της έντονης αστικοποίησης. Μια μερίδα κοιτάει προς το παρελθόν αναπολώντας το, μια άλλη αντιστέκεται αμυνόμενη σε ότι του θυμίζει την ελληνική του ταυτότητα, στρέφοντας το βλέμμα προς τα έξω και φυσικά μια μεγάλη ομάδα του πληθυσμού προσπαθεί απλώς να επιβιώσει.

DSC_3545-2

 

Ο Σεφέρης έχει πει ότι «είναι πολύ στενός ο κόσμος για να μην μπορούμε να αγκαλιαστούμε»… Τι πιστεύετε ότι έχει συμβεί στον κοινωνικό ιστό και ο κάθε ένας από εμάς ιδίως στις μεγάλες πόλεις έχει επιλέξει μια προσωπική απομόνωση, παρόλο που η τέχνη γίνεται ολοένα και πιο συναισθηματική;
Εγώ στα live παρατηρώ πως ο κόσμος είναι πιο αποφασισμένος και έτοιμος να ακούσει, εν αντιθέσει με παλιότερα που ερχόταν πιο ελαφρά τη καρδία – να πιει το ποτό του, να συζητήσει ακόμα και να επιδειχθεί ή απλά να εκτονωθεί. Τώρα είναι πιο μικρό αριθμητικά μεν, αλλά πιο αφοσιωμένο το κοινό. Διψάει πιο πολύ να ακούσει, να τραγουδήσει, να συμμετέχει σε όλο αυτό που γίνεται. Αισθάνομαι τυχερή που το βλέπω αυτό. Σκέψου τι αντικρίζει ένας εργαζόμενος σε τράπεζα καθημερινά. Τουλάχιστον εμείς βλέπουμε τους ανθρώπους την ώρα που θέλουν να μοιραστούν, να αισθανθούν, να τραγουδήσουν, να ερωτευθούν. Μακάρι ο χαλαρός και αυθόρμητος εαυτός μας να μας συνόδευε περισσότερες ώρες τη μέρα. Όλοι έχουμε ανάγκη την επαφή περισσότερο από ποτέ, αλλά οι συνθήκες ζωής και ο αγώνας της καθημερινότητας λειτουργούν πολύ πιεστικά.

DSC_3531

 

Τι γνώμη έχεις για τα social media και την προώθηση της δουλειάς καθενός μέσω αυτών, ένα φαινόμενο που επεκτείνεται ολοένα στις μέρες μας; Πόση ενέργεια καταναλώνει όλο αυτό;
Το θετικό με τα social media είναι ότι μπορείς να έχεις έναν έλεγχο σχετικά με το πώς θέλεις να προβάλεις εσύ τον εαυτό σου. Μπορείς να το κάνεις κάπως πιο προσωποποιημένα, όσο σου επιτρέπουν βέβαια οι κανονισμοί του. Από την άλλη αυτό καταντάει από ένα σημείο και μετά κουραστικό. Γι’ αυτό έχω βρει μία συνεργάτη που διαχειρίζεται εκείνη την επίσημη σελίδα μου. Φυσικά έχω κι εγώ εικόνα όλου αυτού. Σίγουρα το facebook ένα τεράστιο επικοινωνιακό εργαλείο για τη δουλειά μας πια. Ούτε τηλέφωνα, ούτε τα emails. Όλα γίνονται εκεί. Αν κάποιος έχει σελίδα, μπορείς να τον βρεις ανά πάσα στιγμή και να έχεις μαζί του άμεση διάδραση.
 
Τι μουσική ακούγατε στο σπίτι;
Κατεξοχήν ελληνική μουσική: Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Λοΐζο, Σάββοπουλο, αλλά και πιο πίσω. Πολύ λαϊκό τραγούδι, γιατί ο πατέρας μου έχει μεγάλη αγάπη σ’ αυτό. Γενικά, ο κόσμος στη Θεσσαλία αγαπά πολύ το λαϊκό και το ρεμπέτικο. Υπάρχουν και πολλοί συλλέκτες στην περιοχή αυτή, που ασχολούνται με το συγκεκριμένο είδος. Γνωρίζω έναν φοβερό τύπο στην Καρδίτσα, ο οποίος έχει ένα μπακάλικο, απ᾽αυτά που βλέπεις στις ελληνικές ταινίες, όπου σε κερνάει μόνο κρασί και χαλβά με γλυκό του κουταλιού. Έχει ένα φοβερό jukebox με απίστευτή δισκοθήκη, όλα τα 45άρια της εποχής και μπορεί να σου πει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για κάθε τραγούδι!

DSC_3676

 

Τι άποψη έχετε για την ακρόαση της μουσικής ως διαδικασία; Πιστεύετε ότι η ακρόαση με ποιοτική αναπαραγωγή ήχου μπορεί να επηρεάζει στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μουσική;
Το πιστεύω, αν και έχουμε περάσει σε μια εντελώς “αντιαισθητική” διαδικασία ακρόασης. Ακόμα κι εμείς ακούμε βιαστικά πια πολλές φορές απ’ το κινητό ή απ’ τα ηχεία του laptop. Ωστόσο, υπάρχει μεγάλη ψυχολογική διαφορά στις συνθήκες ακρόασης. Αν βάλεις τους σημερινούς 16άρηδες, που ακούν σχεδόν αποκλειστικά mp3, να ακούσουν το ίδιο τραγούδι σε audio (από cd) και από καλά ηχεία, θα εκπλαγούν από τη συντριπτική διαφορά ποιότητας! Μπορεί να μη το συνειδητοποιούμε χειροπιαστά, η ποιότητα όμως του ήχου παίζει μεγάλο ρόλο υποσυνείδητα. Έχει μεγάλη σημασία και η πηγή του ήχου, το ηχογράφημα να είναι καλογραμμένο, αλλά και το μέσο αναπαραγωγής να είναι καλό, να καλύπτει όλο το συχνοτικό εύρος. Στα κινητά και στα laptops ακούμε μόνο πρίμα και μεσαία και καμιά φορά παραμορφωμένα. Προσωπικά αισθάνομαι ότι δε μπορώ να συνδεθώ συναισθηματικά με ένα τραγούδι κακοηχογραφημένο ή παιγμένο από ένα μέτριο ή κακό μέσο αναπαραγωγής. Νομίζω ότι εξ ορισμού θα το αδικήσω. Θέλω να ελπίζω ότι, επειδή η ιστορία κάνει κύκλους, μπορεί να επιστρέψει το κριτήριο της καλής ακρόασης. Η τεχνολογία μπορεί να μας δώσει κι άλλες δυνατότητες στο μέλλον, που δεν τις γνωρίζουμε τώρα.
 
Ο Όσκαρ Ουάιλντ έχει πει ότι «Η τέχνη είναι η πνευματική διαμαρτυρία μας, είναι μια θαρραλέα απόπειρα να υποδείξει κανείς στη ζωή το σωστό δρόμο». Και η πορεία σου φαίνεται να συμβαδίζει με αυτόν τον ορισμό, είναι διακριτική, αλλά μεθοδική. Πώς συνδυάζεται η εν ενεργεία διδασκαλία με την μουσική παραγωγή και τις ζωντανές εμφανίσεις; Είναι μια ασίγαστη ανάγκη που σε κινεί προς τη δημιουργία;
Προσπαθώ να ακούω το μέσα μου. Δεν μπορώ να κάνω χωρίς τη μουσική, χωρίς το τραγούδι. Δεν ξέρω αν είμαι μεθοδική. Προσπαθώ να είμαι ο εαυτός μου με τα στραβά μου και τα καλά μου, να μην παραβιάζω τη φυσική μου τάση. Αυτό σημαίνει περιόδους ηρεμίας, αποχής, σκέψης αλλά και περιόδους έντονης δημιουργικότητας και ανοιχτής επικοινωνίας. Το σχολείο με βοηθάει σίγουρα και βιοποριστικά. Δεν ξέρω πολλούς νέους που στο ξεκίνημά τους να μπορούν να ζουν κάνοντας μόνο μουσική. Μακάρι να έχω κάποια στιγμή τη δυνατότητα να το κάνω!
 
Διακρίνεις κάποια αλλαγή στο κλίμα που υπάρχει μεταξύ των καλλιτεχνών σήμερα σε σχέση με όταν πρωτοξεκίνησες; Ας πούμε, βλέπουμε συλλογικότητες που αναπτύσσονται ανάμεσα στη νέα γενιά μουσικών, όπως το «Αγάπη Ρε+».
Νομίζω και παλιά υπήρχε αυτή η ομαδικότητα στην οποία αναφέρεσαι. Κάποια στιγμή αυτό έσπασε και ζήσαμε τη μονοκρατορία των τραγουδιστών που είναι φίρμες και εμφανίζεται ο καθένας μόνος του. Παλιά, ας πούμε, είχαν μεγάλη αποδοχή και αναγνώριση από τον κόσμο και οι συνθέτες. Νομίζω τώρα επιστρέφουμε πάλι σιγά-σιγά σε αυτή τη λογική. Φαίνεται και από τους δίσκους που γίνονται, όπου συμβαίνει πάλι μία συνάντηση στιχουργού-ερμηνευτή-συνθέτη και είναι όμορφο όλο αυτό. Έχει άλλη δυναμική. “Η ισχύς εν τη ενώσει” που λέμε.

DSC_3526

 

Φαίνεται ότι οι δίσκοι γίνονται πάλι παρεΐστικα και χειροποίητα, γεννημένοι από καθαρό μεράκι και πίστη στο υλικό, χωρίς την πίεση από τη δισκογραφική να βγάλει ο κάθε καλλιτέχνης δίσκο κάθε χρόνο…
Στις δυσκολίες ξεχωρίζει η φύρα. Δηλαδή όταν ο άλλος δεν έχει να εισπράξει κάτι ευκαιριακά – όχι μόνο οι δημιουργοί ή οι τραγουδιστές, αλλά διάφοροι άλλοι εμπλεκόμενοι π.χ. managers, παραγωγοί, μουσικοί κλπ. – αυτός που δεν το κάνει από πίστη και αληθινή ανάγκη, θα αποχωρήσει. Συμβαίνει με έναν τρόπο κι ένα ξεσκαρτάρισμα, εξαιτίας της κρίσης. Παλιά πήγαιναν οι μουσικοί για ηχογράφηση και δεν ήξεραν για ποιον καλλιτέχνη έγραφαν! Πέρναγαν βάσεις και ακόρντα. Ας πούμε, εγώ σ’ αυτό το δίσκο χάρηκα πάρα πολύ τη συνεργασία μου όχι μόνο με τον Κώστα αλλά και με τους υπόλοιπους μουσικούς και κυρίως τον κιθαρίστα Κώστα Κιλάζογλου, που δούλεψε μαζί μας σαν να ήταν δική του η δουλειά! Ήταν μέσα σ’ αυτό 100%! Όσο καλός μουσικός κι αν είσαι, πρέπει να σε αφορά αυτό που κάνεις, να θέλεις να γίνει βίωμά σου.
 
Τι ετοιμάζεις αυτή την περίοδο;
Το Σάββατο (28/3) κάναμε την παρουσίαση του “Σωσίβιου“ στον Πειραιά και από 2/4 και κάθε Παρασκευή και Σάββατο θα παίζουμε μαζί με τον Μανώλη Λιδάκη στο Περιβόλι του Ουρανού.
 
Συνέντευξη: Β. Αναγνωστοπούλου, Σ. Κοζανίδου | Φωτογραφίες: Μ. Σαρρή/Tech Matrix

Submit a Comment